Vinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo Slider

ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΩΝ

Κρήτη, πολλά μου ρόγιασες, κανίσκια και πανέρια,

μ’ αστόχαστα τ’ ασώτεψα και φύγα μου απ’ τα χέρια.

Και τώρα που ‘φτιαξε ο καιρός το χρέος να πληρώσω,

θωρώ, δεν έχω τίποτα δικό μου να σου δώσω.

Λίγα λουλούδια μοναχά, πάλι απ’ τα δικά σου,

που μάζωξα σαν ήρχουμου στα πατρογονικά σου.

Και στα ‘φερνα πασίχαρος, φρέσικα και δροσάτα,

μα πέρασα κακοτοπιές και ‘πέσα μου στη στράτα.

Κι αν ήταν ώρα ταχινή, να ‘χω καιρό να τρέξω,

θα γύριζα στην οξοχή άλλα να σου μαζέψω.

Μα βράδιασε και μόχριασε κι η μέρα μπλιό μισεύγει

κι ο τόπος κακοτράχαλος και ποιος να τα γυρεύγει.

Γι’ αυτό κι εγώ σου μάζωξα, πριχού να βγούν τ’ αστέρια,

ό,τι μπροστά μου βρέθηκε, μην έρθω μ’ άδεια χέρια…

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Θέ μου, μεγαλοδύναμε, που κυβερνάς τον κόσμο,

πρόφταξε, δώσε φώτιση και γνώση των αθρώπω,

μην αλληλοφαγώνουνται, σαν τα θεριά μη διάζου.

Μα γαλανοί, μα κίτρινοι, μα ρούσοι, μ’ αραπάδες,

μ’ αγάπη να συμπορπατούν, συμονιασμένοι να ‘ναι,

από ‘να χώμα, πούρι μου τσ’ ήπλασε η δύναμη Σου.

Δώσε να ρθεί γλυκύς καιρός, να ξημερώσει η μέρα

δίχως πολέμους και μαλιές, ξολοθρεμούς και πάθη,

πείνα και δίψα κι αδικιά, να λείψουν απ’ την πλάση.

Κάμε να βγει στον ουρανό, να λάψ’ η κεραγιόζα

το λόγο του Ισού Χριστού να γλυκομαντατέψει,

ωσάν και στον κατακλυσμό: Ειρήνη και γαλήνη!

Να δώσουνε τα χέρια τους σ’ Ανατολή και Δύση,

να σταματήσει τ’ άδικο, να πάψουν οι πολέμοι,

αίμα να μην ξαναχυθεί, ώστε να στέκει ο κόσμος.

Να ξεπενθήσει, να χαρεί, να παίξει, να γελάσει,

πάσα πνοή κι από καρδιάς Εσένα να δοξάζει.

Και του φονιά τα σύνεργα, του Κάι τα μαχαίρια,

σωρούς να τα μαζώξουνε, φωτιά να τω σε βάλου

κι όρκο βαρύ να κάμουνε να μην τα ξαναπιάσου.

Κι απής σαν τα λινόξυλα τα κάψουνε , να κάτσουν

σα μια μεγάλη φαμελιά, όλοι, φτωχοί και πλούσοι,

από ‘να πιάτο, αδερφικά,γλυκό ψωμί να τρώνε.

Κι εκεί που κρέμα σταυρωτά, στον τοίχο τα τουφέκια,

ο καθαείς στο σπίτι ντου, βιολιά και μαντολίνα

κι ασκομαντούρες να κρεμά και λύρες για καμάρι.

ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ   

Τη λευτεριά πουλιούσανε στση Πόλης το παζάρι

και τήνε συνορίζουνται ρηγάδες κι αμιράδες.

Άλλος τιρντίζει με φλουριά, άλλος με τα τσεκίνια

κι άλλος με πέτρες ακριβές και με τση γης τα πλούτη,

μ’ αυτή πομένει απούλητη, ξαγορασμό δεν έχει.

Εκειά που σηκωθήκανε να φύγου, να σκολάσου,

προβαίνει ένας Κρητικός μια κοπανιά στο φόρο.

Στετός, αλαφροπάτητος, μπαρουτοκαπνισμένος,

στου δράκου τα συγκόματα, στου Διγενή το διώμα,

με τη βροντή στα χείλια του, την αστραπή στα μάτια,

με φισεκλίκια σταυρωτά, με γκρα βαρύ στον ώμο

και με σημάδια στο κορμί και με πληγές στο μπέτη.

Δεν τη μετρά με τα φλουριά, μηδέ με τα μετζίτια,

μηδέ με πέτρες ακριβές, μετρά τη με τα βόλια,

με τη ζωή, το θάνατο, τη βαροκαμπανίζει.

Εκείνος την εκέρδισε και με τα κείνο πήγε….

(Από του Κωστή Φραγκούλη, ΤΑ ΔΙΦΟΡΑ,

βιβλίο δεύτερο).

Created by Dimitris Androutsopoulos 2014 ®